σκαλισμός
σκαλισμός, hoeing
σκᾰλ-ισμός, ὁ,
- hoeing, POxy. 1692.18 (ii A.D.).
- II a form of torture, Eun. VS p.478 B.
σκαλισμός, οῦ (ὁ) [ᾰ] c. le préc. Eun. p. 59.
σκαλισμός, ὁ, = σκάλσις, Sp.