σκαλοπιά
σκαλοπιά, blind-rat’s run
σκᾰλοπιά, ἡ,
- blind-ratʼs run, Thphr. HP 7.12.3 (v.l. σκολοπ-).
σκαλοπιά, ᾶς (ἡ) [ᾰλ] galerie de taupe, Th. H.P. 7, 12, 3.
Étym. σκάλοψ.
σκαλοπιά, blind-rat’s run