σκεθρός
σκεθρός, exact, careful
σκεθρός, ά (Ion. ή), όν,
- exact, careful, γνώμῃ σ. βασανίσας Hp. Mul. 1.11; ἴησις σκεθροτέρη Id. Art. 50; δίαιτα Gal. 18(2).403; τάλαντον τρυτάνης Lyc. 270. Adv. -ρῶς, προὐξεπίστασθαι A. Pr. 102, cf. 488; ὁρᾶν E. Fr. 87.
σκεθρός, ά, όν, exact, juste, parfait, Hpc. 595, 27 ; Lyc. 270 ||
Cp. -ότερος, Hpc. Art. 817.
Étym. cf. σχεθεῖν.
σκεθρός, knapp, genau, sorgfältig ; Lyc. 270, ταλάντῳ τρυτάνης ; auch Hippocr.
• Adv .; πάντα προὐξεπίσταμαι σκεθρῶς τὰ μέλλοντα, Aesch. Prom. 102 ; πτῆσιν οἰωνῶν σκεθρῶς διώρισα, 486.
Vielleicht von σχεῖν, σχέθειν, was sich genau woran anhält, anschließt.
• Adv .; πάντα προὐξεπίσταμαι σκεθρῶς τὰ μέλλοντα, Aesch. Prom. 102 ; πτῆσιν οἰωνῶν σκεθρῶς διώρισα, 486.
Vielleicht von σχεῖν, σχέθειν, was sich genau woran anhält, anschließt.
σκεθρός, ά, όν
- exact, careful: adv., -ῶς Aesch.