About Report a problem

Menu

σκεθρός

σκεθρός, exact, careful

σκεθρός, ά (Ion. ή), όν,
  • exact, careful, γνώμῃ σ. βασανίσας Hp. Mul. 1.11; ἴησις σκεθροτέρη Id. Art. 50; δίαιτα Gal. 18(2).403; τάλαντον τρυτάνης Lyc. 270. Adv. -ρῶς, προὐξεπίστασθαι A. Pr. 102, cf. 488; ὁρᾶν E. Fr. 87.

Saved

Recent