σκαφώρη
σκαφώρη, bitch-fox, vixen
σκᾰφώρη, ἡ,
- = καφώρη, bitch-fox, vixen, Ael. NA 7.47.
σκαφώρη, ης (ἡ) [ᾰ] c. σκάφη, El. N.A. 7, 47.
σκαφώρη, ἡ, wie καφώρη, die Füchsin, Hesych.
σκαφώρη, bitch-fox, vixen