σκευοφόριον Save LSJ Bailly 2024 Pape σκευοφόρ-ιον, τό, v. σκευοφορεῖον. σκευοφόριον, ου (τὸ) sorte de brancard, c. ἀναφορεύς, Plat. com. 2-2, 633 Mein. Étym. σκευοφόρος. σκευοφόριον, τό, = σκευοφορεῖον, Ar. u. Plat. com. bei Poll. 10.17.