σκευοφοριώτης
σκευοφορ-ιώτης, ου, ὁ, comic form of σκευοφόρος, formed after εἰραφιώτης, Eup. 264.
σκευοφοριώτης, ου (ὁ) valet d’armée, Eup. 2-1, 530 Meineke.
Étym. σκευοφόριον ; formé d’après εἰραφιώτης.
σκευοφοριώτης, ὁ, poet. statt σκευοφόρος, Eupolis bei Poll. 10.17.