σκευώρημα
σκευώρημα, a fabrication, fraud
σκευώρ-ημα, ατος, τό,
- fabrication, fraud, D. 36.33, 41.24.
σκευώρημα, ατος (τὸ) machination, intrigue, Dém. 955, 3 ; 1035, 14.
Étym. σκευωρέω.
σκευώρημα, τό, schlaue, listige, tückische Handlung ; ἀλλʼ εἶναι τοῦτο πλάσμα καὶ σκευώρημα εὑρήσετε, Dem. 36.33, vgl. 41.24.
σκευώρημα
from σκευωρέομαι
σκευώρημα, ατος, τό,
- a fabrication, fraud, Dem.