About Report a problem

Menu

σκευωρός

σκευωρός, cura

σκευωρ-ός, όν,
  • = σκευοφύλαξ, Cratin. 159. (In late Gr. written σκαιωρ-έω, σκευωρ-ία, etc. (qq. v.) with -αι- representing σκεύωρ-ε- (cf. παρασκεάζω, σκεοθήκα, σκεοφύλαξ, etc.).)

Saved

Recent