σκευωρός
σκευωρός, cura
σκευωρ-ός, όν,
- = σκευοφύλαξ, Cratin. 159. (In late Gr. written σκαιωρ-έω, σκευωρ-ία, etc. (qq. v.) with -αι- representing σκεύωρ-ε- (cf. παρασκεάζω, σκεοθήκα, σκεοφύλαξ, etc.).)
σκευωρός, οῦ (ὁ) qui surveille ou examine les bagages, Crat. (Com. fr. 2, 106).
Étym. σκεῦος, ὤρα.
σκευωρός, Gerätschaft, Gepäck bewachend, Poll. 10.16 aus Cratin.
σκευωρός
σκευ-ωρός, όν
ὤρα cura
= σκευοφύλαξ.