σκυτοτομεῖον
σκυτοτομεῖον, shoemaker’s shop
σκῡτοτομ-εῖον, τό,
- shoemakerʼs shop, Lys. 24.20, Macho ap. Ath. 13.581d (v.l. -ιον).
σκυτοτομεῖον, ου (τὸ) [ῡ] c. σκυτοτόμιον, Lys. 170, 9.
σκυτοτομεῖον, [ῡ], τό, = σκυτοτόμιον, Lys. 24.20.