σκωληκίασις
σκωληκ-ίᾱσις, εως, ἡ,
- = σκωλήκωσις, Sm., Thd. Jb. 17.14.
σκωληκίασις, εως (ἡ) c. σκωλήκωσις, Symm. Job 17, 14.
Étym. σκωληκιάω.
σκωληκίασις, [ᾱ], ἡ, das Wurmstichigsein od. -werden, zw.