σπίνιον Save Bailly 2024 Pape σπίνιον, ου (τὸ) [ῐν] dim. du suiv. Eub. 3, 268 Meineke. σπίνιον, τό, = σπινίδιον, Ath. II.65e, wo falsch σπινίον akzentuiert ist.