σπινθαρίς
σπινθαρίς, a spark
σπινθ-ᾰρίς, ίδος, ἡ,
- = σπινθήρ, spark, h.Ap. 442; σπινθάρυξ, ῠγος, ἡ, A.R. 4.1544.
σπινθαρίς, ίδος (ἡ) [ᾰῐδ] c. σπινθήρ, Hh. Ap. 442.
σπινθαρίς, ίδος, ἡ, = σπινθήρ, H.h. Apoll. 442.
σπινθαρίς
σπινθᾰρίς, ίδος, ἡ,
= σπινθήρ
- a spark, Hhymn.