σπληνάριον Save LSJ Bailly 2024 Pape σπλην-άριον, τό, = σπληνίον I, Dsc. 2.63, Eup. 1.51. σπληνάριον, ου (τὸ) [ᾰ] dim. de σπλήν, Diosc. Parab. 1, 54. σπληνάριον, τό, = σπληνίδιον, Diosc.