σπινθήρ
σπινθήρ, a spark
σπινθ-ήρ, ῆρος, ὁ,
- spark, Ar. Pl. 1053, Arist. Ph. 205a12, Cael. 276a4; of a meteor, τοῦ δέ τε πολλοὶ ἀπὸ σπινθῆρες ἵενται Il. 4.77: metaph., ἐμβαλὼν σ. Μεγαρικοῦ ψηφίσματος ἐξεφύσησεν πόλεμον Ar. Pax 609; ἐκ τούτου τοῦ σ. ἐξεκαύθη πόλεμος Plb. 18.39.2; ὀφθαλμοὺς σπινθῆρας ἔχεις AP 12.196 (Strat.), cf. LXX Wi. 11.18.
σπινθήρ, ῆρος (ὁ)
1 étincelle, Ar. Pl. 1053 ; Arstt. Phys. 3, 5, 19, etc. ; fig. Ar. Pax 609 ; Pol. 18, 22, 2 ; Anth. 12, 196 ||
2 scintillement d’étoile, Il. 4, 77 au pl.
Étym. cf. lat. scintilla.
σπινθήρ, ῆρος, ὁ, Funke, τοῦ δέ τε (ἀστέρος) πολλοὶ ἀπὸ σπινθῆρες ἵενται, Il. 4.77, es sprühen Funken von ihm ; ὀφθαλμοὺς σπινθῆρας ἔχεις, Strat. 38 (XII.196); ἐκ τούτου τοῦ σπινθῆρος ὁ πρὸς αἰτωλοὺς ἐξεκαύθη πόλεμος, Pol. 18.22.2 ; Sp.
σπινθήρ
-ῆρος, ὁ.
A spark Il. 4.77.
σπινθήρ , ῆρος: spark, pl., Il. 4.77†.
σπινθήρ, ῆρος, ὁ,
- a spark, Lat. scintilla, Il., Ar.