σπιλώδης
σπιλώδης, rocky
σπῐλ-ώδης, ες, (σπιλάς (A), σπίλος (A))
- rocky, Arist. HA 548a2, Plb. 10.10.7; cf. σπιλαδώδης.
σπιλώδης, ης, ες [ῐ] rocailleux, Arstt. H.A. 5, 15, 19 ; Pol. 10, 10, 7 (σπίλος 1, -ωδης).
σπιλώδης, ες, = σπιλαδώδης ; Arist. H.A. 5.13 ; λόφος, Pol. 10.10.7.