σπογγεύς Save LSJ Bailly 2024 Pape σπογγ-εύς, έως, ὁ,= σπογγοθήρας, Arist. HA 620b34, Pr. 960b21. σπογγεύς, έως (ὁ) pêcheur d’éponges, Arstt. H.A. 9, 37, 6, etc. Étym. σπόγγος. σπογγεύς, ὁ, = σπογγοθήρας ; Arist. H.A. 9.37, Ath. VII.282.