σταγετός
σταγετός, drop
στᾰγετός, ὁ, (στάζω)
- drop, Aq. Pr. 19.13.
σταγετός, οῦ (ὁ) [ᾰ] goutte qui découle, Aqu. Prov. 19, 13.
Étym. στάζω.
σταγετός, ὁ, Tropfen, LXX.
σταγετός, drop