σπυρίδιον
σπυρίδιον, little basket
σπῠρίδιον [ῐδ], τό, Dim. of σπυρίς, Ar. Ach. 453, 469, Pherecr. 52, PSI 4.428.26 (iii B.C.): later σφῠρίδιον, Arch.Pap. 6.220 (iii B.C.), PTeb. 120.77 (i B.C.).
σπυρίδιον, ου (τὸ) [ῠῐδ] dim. du suiv. Ar. Ach. 453, 469 ; Phérécr. (Ath. 365a).
σπυρίδιον, τό, dim. von σπυρίς ; δός μοι σπυρίδιον διακεκαυμένον λύχνῳ, Ar. Ach. 428, wo der Schol. bemerkt ὅτι οἱ πρεσβῦται διὰ τὸ μόλις βαδίζειν ἐν σπυρίδι κρύπτουσι τὸν λύχνον ὥστε σῴζειν τὸ πῦρ, u. ib. 445 εἰς τὸ σπυρίδιον ἰσχνά μοι φυλλεῖα δός.
σπυρίδιον
Dim. of σπυρίς, Ar.