Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
σταγμός
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
σπυριδών
σπυρίθιον
σπυρίς
σπυρίχνιον
σπυρός
Σπωλήτιον
στάβαρον
σταβατίνης
σταβεύς
Στάβιαι
σταβλάριον
Σταβλησιανοί
σταβλίτης
στάβλον
σταβόλιχον
στάγδην
Στάγειρα
Σταγειρείτης
Στάγειρος
στάγες
σταγετός
στάγην
Στάγης
στάγιον
Στάγιρα
Σταγιρίτης
Σταγιρῖτις
Στάγιρος
στάγμα
σταγματοπώλης
σταγμός
σταγονιαῖος
σταγονίας
σταγονῖτις
σταγονόθαλπος
σταγρόν
σταγών
σταδαῖος
στάδην
σταδία
σταδιαδρομέω
σταδιαδρόμος
σταδιαῖος
σταδιάρχης
σταδίας
σταδιασμός
σταδιεύς
σταδιευτής
σταδιεύω
σταδίη
σταδινόν
σταδιοδρομέω
σταδιοδρόμης
σταδιοδρόμος
στάδιον
στάδιος
σταδισμός
στάζω
σταθείς
στάθεν
σταθερός
…
σταγμός
Save
LSJ
σταγμός, ὁ, dub. sens. in
PMasp.
6v. 13 (vi A.D.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}