στεφαναφορία
στεφαναφορία, bringing of a crown
στεφαναφορία, v. στεφανηφορία.
στεφαναφορία, [ᾱ], ἡ, = στεφανηφορία.
στεφᾰνᾱφορία
- 1bringing of a crown τόνδε κῶμον καὶ στεφαναφορίαν δέξαι O. 8.10