στεφανίας Save LSJ Bailly 2024 στεφᾰν-ίας, ου, ὁ, = στεφανηφόρος, Arg. E. Hipp. στεφανίας, ου (ὁ) [ᾰᾱ] c. στεφανηφόρος, Eur. Hipp. (arg.). Étym. στέφανος.