Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
στεφανεῦμαι
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
στερροβαρής
στερροβόας
στερρόγυιος
στερρόνους
στερρόομαι
στερροποιέω
στερρός
Στερρός
στερροσώματος
στερρότης
στερρόω
στερρῶνυξ
στερρῶς
στερρωτικός
στερφίνα
στέρφινος
στέρφνιος
στερφόπεπλος
στέρφος
στερφόω
στέρφωσις
στερφωτήρ
στερχανά
στερχθείς
στέρω
στέρωμα
στεῦμαι
στεφαλίβανος
Στεφανᾶς
στεφαναφορία
στεφανεῦμαι
στεφάνη
στεφανηδόν
στεφανηπλοκέω
στεφανηπλόκια
στεφανηπλοκία
στεφανηπλόκιον
στεφανηπλόκος
Στεφανήπολις
στεφανηφορέω
στεφανηφορία
στεφανηφόρια
στεφανηφορικός
στεφανηφόρος
στεφανιαῖος
στεφανίας
στεφανίζω
στεφανικός
στεφάνιον
στεφανίς
στεφανίσκος
στεφανίτης
στεφανιτικός
στεφανῖτις
στεφανίων
στεφανοπλοκέω
στεφανοπλοκία
στεφανοπλόκιον
στεφανοπλόκος
στεφανοποϊκή
στεφανοποιός
…
στεφανεῦμαι
Save
Pape
στεφανεῦμαι
, ion. st. στεφανοῦμαι, s. στεφανόω.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}