στέρφος
στέρφος, hide, skin
στέρφ-ος, εος, τό,
- hide, skin, στέρφεσιν αἰγείοις A.R. 4.1348, cf. AP 6.298 (Leon.); σ. ἐγχλαινούμενον Lyc. 1347; Ion. word acc. to Sch. Nic. Al. 248; dub. in IPE 12.76.15 (Olbia, perh. iv B.C.); cf. τέρφος, ἔρφος.
- II = κεράμιον, Sch. A.R. l.c.
στέρφος, εος-ους (τὸ) peau forte, cuir, A. Rh. 3, 1348 ; Lyc. 1347 ; Anth. 6, 298.
στέρφος, τό, eigtl. alles Harte, Feste, bes. Leder, Haut, Fell, vorzüglich die harte Rückenhaut der Tiere ; ἀπεσκληρυμμένον στέρφος αἰγός, Leon.Tar. 11 (VI.298); Lycophr. 1347 ; auch στρέφος, τέρφος, ἔρφος.
Nach Schol. Ap.Rh. 4.1348 = κεράμιον.
Auch ein Insekt, = σέρφος.
Nach Schol. Ap.Rh. 4.1348 = κεράμιον.
Auch ein Insekt, = σέρφος.