στρατίαρχος
στρατίαρχος, army commander
στρᾰτί-αρχος, ὁ,
- = στράταρχος, X. Lac. 13.4, Supp.Epigr. 7.12.7 (Susa, i B.C.); = praefectus, D.C. 42.4, al.: also στρατιάρχης, ου, ὁ, Id. 55.28, al.
στρατί·αρχος, ου (ὁ) [ᾰ] chef d’armée, commandant, Xén. Lac. 13, 4 ; Anth. 1, 98.
Étym. στρατιά, ἄρχω.
στρατίαρχος, ὁ, auch ἡ, = στράταρχος, Xen. Lac. 13.4.
στρατίαρχος
στρᾰτί-αρχος, ὁ,
= στράταρχος, Xen.