Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
στρεψαῖος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
στρεβλόχειλος
στρεβλόω
στρέβλωμα
στρέβλωσις
στρεβλωτήριον
στρεβλωτήριος
στρεβλωτής
στρεβλωτικός
στρέμμα
στρέπταιγλος
στρεπτάριον
στρεπτήρ
στρεπτίκιος
στρεπτίκιος ἄρτος
στρεπτικός
στρεπτίνδα
στρεπτόλυτον
στρεπτόν
στρεπτός
στρεπτοφόρος
στρευγεδών
στρεύγομαι
στρεύγω
στρέφανον
στρεφεδινέω
στρέφος
στρεφόω
στρέφω
στρέφωσις
Στρέψα
στρεψαῖος
Στρεψαῖος
στρέψασκον
στρεψαύχην
στρεψηλάκατος
Στρεψιάδας
Στρεψιάδης
στρεψίκερως
στρεψίμαλλος
στρεψίμελος
στρέψις
στρεψοδικέω
στρεψοδικοπανουργία
στρεψοδινέω
στρήνα
στρηνής
στρηνιάω
στρῆνος
στρηνός
στρηνόφωνος
στρηνύεται
στρηνύζω
στρηνύομαι
στρῆξις
στριβιλικίγξ
στρίβος
στρίγλος
στριγμός
στρίγξ
στρικτός
στρίξ
…
στρεψαῖος
Save
LSJ
στρεψαῖος, =
στροφαῖος,
Ar.
Fr.
123 (perh. a pr. n.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}