στρεπτοφόρος
στρεπτοφόρος, wearing a collar
στρεπτοφόρος, ον, (στρεπτός II.1)
- wearing a collar or necklace, Hdt. 8.113.
στρεπτο·φόρος, ος, ον, qui porte un collier, Hdt. 8, 113.
Étym. στρεπτός, φέρω.
στρεπτοφόρος, eine Halskette tragend, Her. 8.113.
στρεπτοφόρος
στρεπτο-φόρος, ον,
στρεπτός I. 2, φέρω
- wearing a collar, Lat. torquatus, Hdt.