στρέβλωμα Save στρέβλωμα, wrench, twist LSJ Bailly 2024 στρέβλ-ωμα, ατος, τό, wrench, twist, Erot. s.v. σχάς ματα. στρέβλωμα, ατος (τὸ) distorsion, Erot. 344. Étym. στρεβλόω.