Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
στρεβλωτικός
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
στρατοφύλαξ
Στρατοφῶν
στρατόω
Στράττις
στρατύλλαξ
Στρατυλλίς
Στράτων
Στρατωνίδης
στρατωνίδης
στράτωρ
στραφείς
στραφῆναι
στραφθ
στράφω
στρέβλευμα
στρέβλη
στρεβλοκάρδιος
στρεβλοκέρατος
στρεβλόκερως
στρεβλόπους
στρεβλόρριν
στρεβλός
στρεβλότης
στρεβλόχειλος
στρεβλόω
στρέβλωμα
στρέβλωσις
στρεβλωτήριον
στρεβλωτήριος
στρεβλωτής
στρεβλωτικός
στρέμμα
στρέπταιγλος
στρεπτάριον
στρεπτήρ
στρεπτίκιος
στρεπτίκιος ἄρτος
στρεπτικός
στρεπτίνδα
στρεπτόλυτον
στρεπτόν
στρεπτός
στρεπτοφόρος
στρευγεδών
στρεύγομαι
στρεύγω
στρέφανον
στρεφεδινέω
στρέφος
στρεφόω
στρέφω
στρέφωσις
Στρέψα
στρεψαῖος
Στρεψαῖος
στρέψασκον
στρεψαύχην
στρεψηλάκατος
Στρεψιάδας
Στρεψιάδης
στρεψίκερως
…
στρεβλωτικός
Save
Bailly 2024
στρεβλωτικός,
ή, όν,
qui torture,
Nyss.
3 Migne
.
Étym.
στρεβλόω
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}