στρουθοπιαστής
στρουθοπιαστής, birdcatcher, fowler
στρουθο-πῐαστής, οῦ, ὁ, (πιάζω)
- birdcatcher, fowler, Hsch. s.v. ἰξευτής, Aët. 2.231.
στρουθοπιαστής, birdcatcher, fowler