στρομβόω Save LSJ Bailly 2024 Pape στρομβ-όω, 3 sg. στρομβοῖ· συστρέφει καὶ τὰ ὅμοια, Hsch. στρομβόω-ῶ, faire tournoyer, Philstr. 815. Étym. στρόμβος. στρομβόω, wie στροβέω, im Kreise drehen ; zum στρόμβος machen, Hesych.