στρουθάριον
στρουθ-άριον [ᾰ], τό,
- Dim. of στρουθός I, Eub. 123, M.Ant. 5.1.
στρουθάριον, ου (τὸ) [ᾰ] dim. de στρουθός, Eub. 3, 268 Meineke.
στρουθάριον, τό, dim. von στρουθός, Eubul. bei Ath. II.65e.