Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
στρουθιασμός
στρουθιασμός, petigo, scab
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
στρογγύλωσις
στρογγυλώψ
στροιβᾶν
στροιβάω
στροιβέω
στροιβός
Στροῖβος
στρομβεῖον
στρομβέω
στρόμβη
στρομβηδόν
στρόμβιλον
στρομβίον
Στρομβιχίδης
Στρόμβιχος
στρομβοειδής
στρόμβος
στρομβόω
στρομβώδης
στροπά
στροταγέω
στρότος
στρουθάριον
Στρούθας
στρούθειον
στρούθειον μῆλον
στρούθειος
Στρούθης
στρουθίας
Στρουθίας
στρουθιασμός
στρουθίζω
στρούθινος
στρουθιοκάμηλος
στρουθιόμηλον
στρουθίον
στρούθιον
στρούθιος
Στρούθιος
στρουθίς
στρουθισμός
στρουθίων
Στρουθίων
Στρουθοβάλανοι
στρουθοκάμηλος
στρουθοκέφαλος
στρουθοπιαστής
στρουθόπους
στρουθός
Στρουθοῦς
Στρουθοφάγοι
στρουθοφάγος
Στρουθοφάγος
στρουθώδης
Στρούθων
στρουθωτός
στρουκτώριον
Στρούχατες
Στροφάδες
στροφαῖος
Στρόφακος
…
στρουθιασμός
Save
στρουθιασμός, petigo, scab
LSJ
στρουθ-ιασμός, ὁ,
= Lat.
petigo,
scab,
Gloss.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}