στροφίς
στροφίς, breastband (worn by women)
στροφ-ίς, ίδος, ἡ,
- = στρόφιον I, E. Andr. 718.
στροφίς, ίδος (ἡ) [ῐδ] enroulement, Eur. Andr. 719.
Étym. στρέφω.
στροφίς, ίδος, ἡ, dim. von στρόφος, = στρόφιον, πλεκτὰς ἱμάντων στροφίδας ἐξανήσομαι, Eur. Andr. 719.
στροφίς, ίδος, ἡ,
= στρόφιον, Eur.