Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
στροφωτήρ
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
στροφάω
στροφεῖον
στροφεύς
στροφέω
στροφή
στροφίγγιον
στροφιγγοειδής
στροφιγγοειδῶς
στρόφιγξ
Στροφίη
στροφικός
στροφίολος
στρόφιον
στρόφιος
Στρόφιος
Στροφίος
στροφιοῦχος
στρόφις
στροφίς
στροφίσκος
στροφοδινέομαι
στροφοδινέω
στροφόομαι
στροφοποιός
στρόφος
στροφόω
στροφώδης
στροφωδῶς
στρόφωμα
στροφωμάτιον
στροφωτήρ
στροφωτός
Στρυβήλη
στρύζω
στρύθιον
Στρύμη
Στρυμόδωρος
Στρυμονίας
Στρυμόνιος
στρύμοξ
Στρυμών
στρυνύζω
στρυπτηρία
στρυφαλίς
στρυφνός
στρύφνος
στρυφνότης
στρυφνόω
στρύχνη
στρύχνον
στρύχνος
στρῶμα
στρωματεύς
στρωματίζω
στρωμάτιον
στρωματίτης
στρωματίτης ἔρανος
στρωματόδεσμον
στρωματόδεσμος
στρωματοθήκη
στρωματοφθορέω
…
στροφωτήρ
Save
LSJ
στροφ-ωτήρ, ῆρος, ὁ,
μεθʼ οὗ δεσμοῦνται αἱ κῶπαι,
Gloss.
(sine alio interpr.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}