About Report a problem

Menu

στροφόομαι

στροφόομαι, have the colic

στροφόομαι, Pass., (στρόφος ΙΙ)
  • have the colic, Dsc. 1.30, Arr. Epict. 4.9.4, Gal. 6.462; εἰλεωδῶς στροφουμένης τῆς μήτρας prob. in Sor. 2.29.

Saved

Recent