στρόφις
στρόφις, a twisting, slippery fellow
στρόφ-ις, ιος, ἡ,
- slippery fellow, twister, Ar. Nu. 450 (anap.), Poll. 6.130; cf. στρέφω B. II.
στρόφις, ιος (ὁ) homme retors, Ar. Nub. 450.
Étym. στροφή.
στρόφις, ιος, ὁ, Ar. Nub. 450, Schol. οἷον εὔστροφος καὶ εὐκίνητος ἐν τοῖς πράγμασιν ; vgl. Poll. 6.130.
στρόφις, ιος, ὁ,
στρέφω
- a twisting, slippery fellow, Ar.