Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
συγκατασήπω
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
συγκαταναυμαχέω
συγκατανέμω
συγκατανευσιφάγος
συγκατανεύω
συγκατανοέω
συγκαταπαίζω
συγκαταπατέω
συγκαταπαύω
συγκαταπέμπω
συγκαταπίμπλημι
συγκαταπίμπρημι
συγκαταπίνω
συγκαταπίπτω
συγκαταπλαστέον
συγκαταπλέκω
συγκαταπλέω
συγκαταπολεμέω
συγκαταποντόω
συγκαταπράσσω
συγκαταπρήθω
συγκαταριθμέω
συγκαταριθμητέον
συγκαταρράπτω
συγκαταρρέω
συγκαταρριπτέω
συγκαταρρίπτω
συγκατάρχομαι
συγκατάρχω
συγκατασβέννυμι
συγκατασείομαι
συγκατασήπω
συγκατασιτέομαι
συγκατασκάπτης
συγκατασκάπτω
συγκατασκεδάζω
συγκατασκεδάννυμι
συγκατασκευάζω
συγκατασκηνόω
συγκατασκήνωσις
συγκατασκήπτω
συγκατάσπασις
συγκατασπάω
συγκατασπείρω
συγκαταστασιάζω
συγκατάστασις
συγκαταστρέφω
συγκατασύρομαι
συγκατασύρω
συγκατασφάζω
συγκατασχηματίζομαι
συγκατασχηματίζω
συγκατασχίζω
συγκατατάσσω
συγκατατάττω
συγκατατεθειμένως
συγκατατείνω
συγκατατήκομαι
συγκατατήκω
συγκατατίθημι
συγκατατρέχω
συγκατατρίβω
…
συγκατασήπω
Save
Pape
συγκατασήπω
,
mit oder zugleich faul machen
, Sp.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}