συμπεραίωσις
συμπεραίωσις, conclusion, sum
συμπεραί-ωσις, εως, ἡ,
- conclusion, sum, τῶν ἐτῶν Vett.Val. 137.24.
συμπεραίωσις, εως (ἡ) achèvement, fin, Clém. Str. 4, 21, 132.
Étym. συμπεραιόω.
συμπεραίωσις, ἡ, gemeinschaftliche Endigung, τοῦ βίου, Beschluß des Lebens, Clem.Al.