συμπεριαιρετέον
συμπεριαιρετέον, one must strip off
συμπερι-αιρετέον,
- one must strip off, Theon Prog. p.84 S.
συμ·περιαιρετέον, vb. de συμπεριαιρέω, il faut enlever tout autour, Théon Prog. 84, 12.