συμπερασμός Save LSJ Bailly 2024 Pape συμπερασ-μός, ὁ, f.l. for συμπέρασμα, Artem. 3.58. συμπερασμός, οῦ (ὁ) c. συμπέρασμα, Artém. 3, 58. συμπερασμός, ὁ, = συμπέρασμα, Artemid. 3.58.