συμπεραντέον
συμπεραντέον, one must conclude
συμπεραν-τέον,
- one must conclude, Gal. Nat.Fac. 3.11.
συμπεραντέον, vb. de συμπεραίνω, Gal. 5, 66 ; Jul. 266c.
συμπεραντέον, one must conclude