συνέχω
συνέχω, to hold or keep together, secure; mid. to be afflicted
- hold or keep together, confine, secure, ὅθι ζωστῆρος ὀχῆες χρύσειοι σύνεχον [θώρηκα] Il. 4.133, 20.415; ἵνα τε ξυνέχουσι τένοντες ἀγκῶνος where the sinews of the elbow hold [it] together, ib. 478 (but perh. meet, v. infr. II); Ὠκεανός . . συνεῖχε σάκος enclosed, compassed it, Hes. Sc. 315; Αἴτνα σ. [Τυφῶνα] Pi. P. 1.19; τὼ μηρὼ σ. hold them together, Ar. Nu. 966; τὰ σκέλη [τοῦ βρέφους] συνεχέτω Sor. 1.101; τοὺς τρεῖς ξυνέχων τῶν δακτύλων Ar. V. 95; συνέσχον τὰ ὦτα αὐτῶν closed or stopped their ears, Act.Ap. 7.57; μηδὲ συσχέτω ἐπʼ ἐμὲ φρέαρ τὸ στόμα αὐτοῦ let not the pit close its mouth upon me, LXX Ps. 68(69).15, cf. Is. 52.16; τὸ δέρμα σ. [τὰ ὀστᾶ] Pl. Phd. 98d; Ἄτλας ἅπαντα σ. ib. 99c; λάκκους συντετριμμένους, οἳ οὐ δυνήσονται ὕδωρ συνέχειν LXX Je. 2.13:—Pass., τὸ λεγόμενον ἐν φρέατι συσχόμενος" trapped in a well, Pl. Tht. 165b; ὁ καρπὸς . . ἂν μὴ πλυθῇ . . συνέχεται sticks together, Thphr. HP 3.15.4; τὸ στόμα οὐ συνεσχέθη ἔτι my mouth was no longer closed, LXX Ez. 33.22.
- 2 keep together, keep from dispersing, στράτευμα, δύναμιν, X. An. 7.2.8, D. 8.76; σ. ἐν τῷ χάρακι Plb. 10.39.1; ὥπλισε . . καὶ συνεῖχε τοῦ τείχους ἐντός Plu. Cam. 23; περὶ Κύπρον σ. τὸ ναυτικόν Id. Cim. 18; continue, keep on, μὴ πλείους πέντε ἡμερῶν σύσχῃς τὸ ὕδωρ (the flooding) PCair.Zen. 155.5 (iii B.C.); keep, τοὺς πολίτας σ. ἐν τοῖς ὅπλοις Plu. Sol. 22, cf. Apophth.reg. 2.193e; προστάξαντος αὐτοῦ ἐν τοῖς ὅπλοις συνέχειν ἑαυτόν, ὁ δὲ ἀπεδύσατο Ael. VH 14.48; preserve, οἱ ἅλες ἐπὶ πλεῖστον [τὰ σώματα] συνέχοντες Ph. 2.255; maintain, σ. τοὺς στρατιώτας ἐκ τῶν ἱεροσυληθέντων λειψάνων D.S. 16.61:—Pass., to be continuous, Parm. 8.23; to be maintained, πᾶσα ἕξις . . ὑπὸ τῶν καταλλήλων ἔργων συνέχεται καὶ αὔξεται Arr. Epict. 2.18.1.
- b of social and political order, σ. πόλεις keep states together, keep them from falling to pieces, maintain them, E. Supp. 312, cf. And. 1.9; τὸ φρονεῖν σ. δώματα E. Ba. 392 (lyr.), cf. 1308; καὶ θεοὺς καὶ ἀνθρώπους ἡ κοινωνία σ. Pl. Grg. 508a; ἡ τὰ πάντα πολιτεύματα συνέχουσα εἰς ἓν δίκη Id. Lg. 945d, cf. Plt. 311c; σ. τὴν πολιτείαν D. 24.2; τὴν πολιτικὴν κοινωνίαν Arist. Pol. 1278b25, cf. 1270b17; ὀρθῶς ἐν τῇ Ἑλλάδι τὴν δύναμιν τῶν Ἀθηναίων συνεῖχεν Plu. Per. 22; ἐν οἴνῳ τὰς ἀρχὰς συνεῖχε conducted the government over wine, Id. QConv. 2.714b; also ὁ τὸν ὅλον κόσμον συντάττων καὶ συνέχων X. Mem. 4.3.13, cf. LXX Wi. 1.7; ξ. τὴν εἰρεσίαν keep the rowers together, make them pull in time, Th. 7.14:—Pass., μετʼ ἀλλήλων συνέχεσθαι Pl. Ti. 43e.
- c keep together in friendship, ἁμέ Ar. Lys. 1265 (lyr.); τοὺς ἐρωμένους Ath. 13.563e:—Pass., τὸ ὂν συνέχεται . . φιλίᾳ Pl. Sph. 242e; τὰ πράγματα ὑπʼ εὐνοίας D. 11.7.
- d Pass. also, engage in close combat, ἐγχειριδίοισι Hdt. 1.214; of sexual intercourse, Arist. HA 540a24, GA 731a19, Thphr. Char. 28.3.
- e occupy or engage, ἑαυτὸν ἐν γυναιξὶ καὶ θιάσοις Plu. Cleom. 34; [γυναῖκα] συνέχειν ἐπὶ καπηλείου Id. An seni 2.785d.
- 3 contain, comprise, embrace, εἷς λόγος πάσας τὰς αἰσθήσεις σ. Pl. Hp.Mi. 374d; τὸ συνέχον the chief matter, Plb. 2.12.3, Cic. Att. 9.7.1, Gal. 16.516; τὸ σ. καὶ κυριώτατον Phld. Lib. p.22 O.; τὰ συνέχοντα Plb. 6.46.6, Gal. 15.2; τὰ σ. ἀγαθά Phld. D. 1.25: c. gen., τὸ σ. τῆς ἐκκλησίας the chief reason for . ., Plb. 28.4.2, cf. 4.51.1, 18.39.3; τῆς σωτηρίας the chief means of . ., Id. 10.47.11; τὰ σ. τῶν ἐγγράπτων the chief clauses, Id. 3.27.1; τὸ σ. τῆς ἐννοίας Id. 3.29.9, cf. 4.5.5, 18.44.2:—Pass., τὸν πρὸς τῇ ὑπεκλύσει πυρετὸν ὑπʼ ἄλλης αἰτίας συνέχεσθαι is chiefly caused (cf. συνεκτικός) by . ., Sor. 2.4.
- 4 detain, τὰς καμήλους ἐν τῇ Νεχθενίβιος (sc. κώμῃ) PMich.Zen. 103.3 (iii B.C.); sequestrate, PEnteux. 3.7, 85.3 (iii B.C.); keep under arrest, PMich.Zen. 36.6 (iii B.C.), BGU 1824.27 (i B.C.), Ev.Luc. 22.63; προσαπήγαγέν με εἰς τὴν φυλακὴν καὶ συνέσχεν ἐφʼ ἡμέρας δ̄ PEnteux. 83.7 (iii B.C.), cf. 84.11 (iii B.C.):—Pass., συνέχομαι ἐμ φυλακῇ PPetr. 2 p.50 (iii B.C.), cf. PCair.Zen. 347.3 (iii B.C.), PRyl. 65.11 (i B.C.), etc.; of things held as security, PCair.Zen. 373.3 (iii B.C.).
- 5 constrain or force one to a thing, ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ σ. ἡμᾶς 2 Ep.Cor. 5.14; oppress, Ev.Luc. 8.45, 19.43; ἡ σκληροκοιτία λυπεῖ καὶ σ. τὸ σῶμα Gal. 15.196:—used by early writers only in Pass., συνέχεσθαί τινι to be constrained, distressed, afflicted, and, generally, to be affected by anything whether in mind or body, πατρὶ συνείχετο . . χαλεπῷ Hdt. 3.131; ξ. τοῖσι Λυκούργου πατριώταις Pherecr. 11; σ. πολέμῳ, δουληΐῃ, Hdt. 5.23, 6.12; ὀνείρασι A. Pr. 656; φροντίδι E. Heracl. 634; δίψῃ, πόνῳ, Th. 2.49, 3.98; πυρετῷ Ev.Luc. 4.38; κακῷ Ar. Ec. 1096; μεγάλοις καὶ ἀνιάτοις νοσήμασιν Pl. Grg. 512a; πάσῃ ἀπορίᾳ Id. Sph. 250d; ἀγρυπνίαις IG 42(1).122.50 (Epid., iv B.C.); τῷ λόγῳ (v.l. πνεύματι) Act.Ap. 18.5; γέλωτι συσχεθέντα τελευτῆσαι D.L. 7.185; ἔρωτι συσχεθείς Conon 40.3; ἄνθρωπος συνεχόμενος ἀπὸ οἴνου LXX Je. 23.9; συνεχομένη τῇ συνειδήσει ib. Wi. 17.11.
- 6 constrain, hinder, hold back, E. Rh. 59; σύσχῃ τὸν οὐρανόν shut up the heaven, LXX De. 11.17; συνεσχέθη ὁ ὑετὸς ἀπὸ τοῦ οὐρανοῦ ib. Ge. 8.2; συνεσχέθη ἡ θραῦσις ἐπάνωθεν Ἰσραήλ the plague was stayed from Israel, ib. 2 Ki. 24.25: metaph., ὑπὸ τοῦ γένους A.D. Adv. 122.22, cf. Synt. 342.18.
- 7 hold at the same time, δύο σχολάς Str. 14.1.48.
- 8 buy up and withhold, make a corner in, σῖτον LXX Pr. 11.26.
- 9 Gramm., σ. τὸ ἄρθρον to be accompanied by the article, A.D. Synt. 35.2, al.
- 10 συνέσχον I also received . ., BGU 577.16 (iii A.D.), etc.
- II intr., meet, v. supr. I.1; εἰς ἕν Arist. HA 530b27; πρός τι to be connected with, S.E. P. 1.145.
1. act. intrans. alleen bij Hom. bij elkaar komen, aaneensluiten:
2. act. met acc.
a. bijeenhouden:
b. omsluiten, in zijn greep houden:
3. med., in strijd verwikkeld zijn:
ξυνέχω
[συν- 2.]
Nom. dual masc. pf. pple. συνοχωκότε Il. 2.218.
Intrans., to hold or join together, join, meet: τώ οἱ ὤμω ἐπὶ στῆθος συνοχωκότε (stooping together) Il. 2.218, ὅθι ζωστῆρος ὀχῆες σύνεχον Il. 4.133= Il. 20.415. Cf. Il. 20.478.
- 1compress, hold fast κίων δʼ οὐρανία συνέχει, νιφόεσσʼ Αἴτνα P. 1.19
Strong 4912
1. to hold together (τ. συνέχον τ. πάντα, Wi 1:7): of closing the ears, Ac 7:57 (τ. στόμα, Is 52:15); to hem in, press on every side: Lk 8:45 19:43.
2. to hold fast;
(a) of a prisoner, to hold in charge (Luc.; cf. exx. in Deiss., BS, 160; MM, xxiv): Lk 22:63;
(b) to constrain: II Co 5:14; pass., Lk 12:50, Ac 18:5 (τ. λόγῳ; cf. Field, Notes, 128), Phl 1:23; in pass., of ills, to be seized or afflicted by, suffering from: Mt 4:24, Lk 4:38 8:37, Ac 28:8.†
1
te invoco a ti, el único de entre todos que abarca la creación entera
escúchame, Helios-Fre, tú que abarcas todo y llenas de vida todo el cosmos
conjuro al soberano dios Iao que todo lo abarca
2
sagrado Acéfalo, libera a fulano del demon que lo posee
- Ito hold or keep together, Il.: to enclose, encompass, embrace, Hes., Plat.
- 2to keep together, keep from dispersing, of soldiers, Xen., Dem.: —then, σ. πόλιν to keep the state together, keep it from falling to pieces, Eur.; καὶ θεοὺς καὶ ἀνθρώπους ἡ κοινωνία ξ. Plat.; σ. τὴν πολιτείαν Dem.; so, ξ.τὴν εἰρεσίαν to keep the rowers together, make them pull in time, Thuc.
- 3to constrain or force one to a thing, NTest.
- 4to compress, oppress, NTest.: Pass. to be constrained, oppressed, afflicted, Hdt., Attic
- IIintr. to meet, εἰς ἕν Arist.
-
…· σοὶ οὖν ἔφην ἔξεστι δυοῖν ὁπότερον βούλει ἑλέσθαι, ἢ μαστιγωθεῖσαν εἰς μύλωνα ἐμπεσεῖν καὶ μηδέποτε παύσασθαι κακοῖς τοιούτοις συνεχομένην, ἢ κατειποῦσαν ἅπαντα τἀληθῆ μηδὲν παθεῖν κακόν, ἀλλὰ συγγνώμης παρʼ ἐμοῦ τυχεῖν τῶν ἡμαρτημένων. ψεύσῃ δὲ μηδέν…
Lysias, Speeches
-
…χροὸς ὡς ὅτε μήτηρ παιδὸς ἐέργῃ μυῖαν ὅθʼ ἡδέϊ λέξεται ὕπνῳ, αὐτὴ δʼ αὖτʼ ἴθυνεν ὅθι ζωστῆρος ὀχῆες χρύσειοι σύνεχον καὶ διπλόος ἤντετο θώρηξ. ἐν δʼ ἔπεσε ζωστῆρι ἀρηρότι πικρὸς ὀϊστός · διὰ μὲν ἂρ ζωστῆρος ἐλήλατο δαιδαλέοιο ,…
Homer, Iliad
-
…στομάτων ἀνόμου τʼ ἀφροσύνας τὸ τέλος δυστυχία · ὁ δὲ τᾶς ἡσυχίας βίοτος καὶ τὸ φρονεῖν ἀσάλευτόν τε μένει καὶ συνέχει δώματα · πόρσω γὰρ ὅμως αἰθέρα ναίον τες ὁρῶσιν τὰ βροτῶν οὐρανίδαι. τὸ σοφὸν δʼ οὐ σοφία τό τε…
Euripides, Bacchae
-
…. ἀντιστρατοπεδεύσας δὲ περὶ Κεντόριπα καὶ παραταξάμενος περὶ τὸν Κυαμόσωρον ποταμὸν τοὺς μὲν πολιτικοὺς ἱππεῖς καὶ πεζοὺς αὐτὸς ἐν ἀποστήματι συνεῖχεν, ὡς κατʼ ἄλλον τόπον τοῖς πολεμίοις συμμίξων, τοὺς δὲ ξένους προβαλόμενος εἴασε πάντας ὑπὸ τῶν βαρβάρων διαφθαρῆναι ·…
Polybius, Histories
-
…ξίφος αἵματι · τὸν δὲ κατʼ ὄσσε ἔλλαβε πορφύρεος θάνατος καὶ μοῖρα κραταιή. Δευκαλίωνα δʼ ἔπειθʼ, ἵνα τε ξυνέχουσι τένοντες ἀγκῶνος, τῇ τόν γε φίλης διὰ χειρὸς ἔπειρεν αἰχμῇ χαλκείῃ · ὃ δέ μιν μένε χεῖρα βαρυνθεὶς πρόσθʼ…
Homer, Iliad
-
…δʼ ἄν τις καὶ ἐν ταῖς πλάναις ὡς οἰκεῖον ἅπας ἄνθρωπος ἀνθρώπῳ καὶ φίλον. ἔοικε δὲ καὶ τὰς πόλεις συνέχειν ἡ φιλία, καὶ οἱ νομοθέται μᾶλλον περὶ αὐτὴν σπουδάζειν ἢ τὴν δικαιοσύνην · ἡ γὰρ ὁμόνοια ὅμοιόν τι τῇ…
Aristotle, Nicomachean Ethics
-
…λειμῶνα, ποίμνας βουστάσεις τε πρὸς πατρός, ὡς ἂν τὸ Δῖον ὄμμα λωφήσῃ πόθου. τοιοῖσδε πάσας εὐφρόνας ὀνείρασι συνειχόμην δύστηνος, ἔστε δὴ πατρὶ ἔτλην γεγωνεῖν νυκτίφοιτʼ ὀνείρατα. ὁ δʼ ἔς τε Πυθὼ κἀπὶ Δωδώνης πυκνοὺς θεοπρόπους ἴαλλεν…
Aeschylus, Prometheus Bound
-
…τὴν πόλιν. οἱ δὲ Ῥωμαῖοι βαρέως μὲν ἔφερον τὸ γεγονός · οὐ μὴν εἶχόν γε ποιεῖν οὐδὲν διὰ τὸ συνέχεσθαι τοῖς προειρημένοις πολέμοις. ἐπεὶ δʼ ἀπὸ τούτων ἐγένοντο, συγκλείσαντες αὐτοὺς ἐπολιόρκουν τὸ Ῥήγιον, καθάπερ ἐπάνω προεῖπον .…
Polybius, Histories
-
…γεγὼς τῆς σῆς τόδʼ ἔρνος, ὦ τάλαινα, νηδύος αἴσχιστα καὶ κάκιστα κατθανόνθʼ ὁρῶ, ᾧ δῶμʼ ἀνέβλεφʼ ὃς συνεῖχες, ὦ τέκνον, τοὐμὸν μέλαθρον, παιδὸς ἐξ ἐμῆς γεγώς, πόλει τε τάρβος ἦσθα · τὸν γέροντα δὲ…
Euripides, Bacchae
-
…ἐντὸς ἀγῶνος, χρύσειος, κλυτὰ ἔργα περίφρονος Ἡφαίστοιο. ἀμφὶ δʼ ἴτυν ῥέεν Ὠκεανὸς πλήθοντι ἐοικώς, πᾶν δὲ συνεῖχε σάκος πολυδαίδαλον, οἳ δὲ κατʼ αὐτὸν κύκνοι ἀερσιπόται μεγάλʼ ἤπυον, οἵ ῥά τε πολλοὶ νῆχον ἐπʼ ἄκρον ὕδωρ…
Hesiod, Shield of Heracles