συνηγεμονικός Save Bailly 2024 Pape συν·ηγεμονικός, ή, όν, qui commande avec, Naz. 3, 185 Migne. Étym. σύν, ἡγεμονικός. συνηγεμονικός, ή, όν, mit anführend, Sp.