συνηγορητέον
συνηγορητέον, one must act as advocate
συνηγορ-ητέον,
- one must act as advocate, τινι S.E. M. 2.11.
συνηγορητέον, vb. de συνηγορέω, Sext. M. 2, 11.
συνηγορητέον, one must act as advocate