συναναχωρέω
συναναχωρέω, retire together
συνανα-χωρέω,
- retire together, μετά τινος Pl. La. 181b.
συν·αναχωρέω-ῶ, retourner avec, Plat. Lach. 181b.
συναναχωρέω, mit zugleich zurückgehen, ἐν τῇ φυγῇ μετʼ ἐμοῦ συνανεχώρει Plat. Lach. 181b.