συνανδάνω Save LSJ Bailly 2024 Pape συνανδάνω, v. συνεύαδον. συν·ανδάνω (ao. 2 συνεύαδον, p. *συνέϝαδον [ᾰ]) convenir en même temps, Ps.-Phocyl. 191 ; A. Rh. 3, 30. συνανδάνω, s. συνεύαδε.