συναποστάτης
συναποστάτης, fellow-rebel
συναπο-στάτης [ᾰ], ου, ὁ,
- fellow-rebel, D.S. 15.66.
συν·αποστάτης, ου (ὁ) [στᾰ] compagnon de défection, DS. 15, 66 dout.
συναποστάτης, ὁ, der Mitabtrünnige, K.S.