Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
συναποτρέχω
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
συναποπνέω
συναποπτύω
συναπορέω
συναπορρέω
συναπορρήγνυμι
συναπορριπτέω
συναπορρίπτω
συναπορρύπτομαι
συναποσβέννυμι
συναποσεμνύνω
συναποσπάω
συναποστάζω
συναποστάτης
συναποστέλλω
συναποστενόω
συναποστερέω
συναποσύρω
συναποσφίγγω
συναποτείνω
συναποτελέω
συναποτέμνω
συναποτερματίζομαι
συναποτερματίζω
συναποτεφρόω
συναποτίθεμαι
συναποτίθημι
συναποτίκτω
συναποτίλλω
συναποτίνω
συναποτρέπω
συναποτρέχω
συναποτροχάζω
συναποφαίνομαι
συναποφαίνω
συναπόφασις
συναποφάσκω
συναποφέρω
συναπόφημι
συναποφθίνω
συναποφύομαι
συναποφύω
συναποχέω
συναποχράομαι
συναποχωρέω
συναπτέον
συναπτικός
συναπτός
συνάπτω
συναπωθέω
συνᾶραι
συναραρίσκω
συναράσσω
συναράττω
συναραχνόομαι
συναρέσκω
συναρήγω
συνάρηρα
συναρθμέω
συναρθμίζω
συνάρθμιος
συναρθμόομαι
…
συναποτρέχω
Save
Pape
συναποτρέχω
, (τρέχω),
mit od. zugleich weg- od. davonlaufen
(?).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}