συναποτερματίζομαι
συναποτερματίζομαι, to be conterminous with
συναπο-τερμᾰτίζομαι, Pass.,
- to be conterminous with, τῷ σώματι Sch. Od. 19.242.
συναποτερματίζομαι, to be conterminous with