συναποτροχάζω
συναποτροχάζω, run off together
συναπο-τροχάζω,
- run off together, AB 427.
συν·αποτροχάζω, s’enfuir ensemble en courant, Gramm. p. 427, 30 Bekker, Anecdota græca.
συναποτροχάζω, = συναποτρέχω, B.A. 427.